εφιαλτικός

-ή, -ό (Α ἐφιαλτικός, -ή, -όν)
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον εφιάλτη, αποπνικτικός, βασανιστικός, αγωνιώδης, τρομακτικός («εφιαλτικά όνειρα»)
2. αυτός που ενεργεί κατά τον τρόπο τού προδότη Εφιάλτη, προδοτικός
αρχ.
δαιμονικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Με την πρώτη σημασία < εφιάλτης, ενώ με τη δεύτερη σημασία < Εφιάλτης].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐφιαλτικοί — ἐφιαλτικός suffering from nightmare masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακοΰπνι — και κακοΰπνισμα, το [κακόυπνος] ανεπαρκής ή ταραγμένος, εφιαλτικός ύπνος …   Dictionary of Greek

  • υπνοφόβης — ὁ, Α αυτός που φοβίζει κάποιον στον ύπνο του, εφιαλτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕπνος + φόβης (< φέβομαι «φοβάμαι», πιθ. μέσω τού τ. φόβη*, ο οποίος, όμως, διαφέρει οημασιολογικώς), πρβλ. ὑδρο φόβᾱς] …   Dictionary of Greek

  • Ζιμπάμπουε — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ζιμπάμπουε Παλαιότερη ονομασία: Ροδεσία Έκταση: 390.759 τ. χλμ Πληθυσμός: 11.376.676 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Χαράρε (1.864.000 κάτ. το 2002)Κράτος της νοτιοκεντρικής Αφρικής. Συνορεύει στα Α και στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.